CARGESE: THE GREEK VILLAGE OF CORSICA – ΚΑΡΓΚΕΖΕ: ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΡΣΙΚΗΣ

0
97
Το χωριό Καργκέζε ή Καρζές, η ελληνική αυτή γωνιά της Κορσικής, ιδρύθηκε από Μανιάτες φυγάδες που θέλησαν να σωθούν από τον τουρκικό ζυγό. Ονόματα δρόμων, μνημεία, όλα θυμίζουν κάτι ελληνικό. Μα πιο πολύ η βυζαντινή εκκλησία του Καρζές, με θαυμάσιες εικόνες, που έφεραν μαζί τους τον 17ο αιώνα οι Μανιάτες.  «Διετήρει αίματός του εις τας φλέβας του ρανίδα,ο Κορσικανός ο έχων τον Ταΰγετον πατρίδα…»
Αλ. Σούτσος

Λοιπόν, στην Κορσική, είν’ ένα χωριό, το λένε Καργκέζε. Παλιοί Μανιάτες τόχαν κατοικήσει πάνε τέσσερις αιώνες τώρα, φεύγοντας την τυραννία του Οθωμανού καταχτητή. Ξεκίνησαν οχτακόσιοι, πολλοί πέθαναν από τις στερήσεις στο πολύμηνο ταξίδι. Πέρασαν πολλές περιπέτειες, πολέμησαν για τους χριστιανούς Γενοβέζους που, μη ξέροντας τι να τους κάνουν, τους εγκατάστησαν εκεί για να τους έχουν μετερίζι στις επαναστάσεις των ντόπιων. Γι’αυτό κι εκείνοι, τους είχαν για πολλά χρόνια στη μπούκα του τουφεκιού. Σήμερα, οι απόγονοί τους έχουν διασταυρωθεί με τους ντόπιους, έχουν χτίσει συγγένειες … Στην πλατεία του χωριού, ένα μνημείο είναι αφιερωμένο στους πεσόντες για τη Γαλλία, τη σημερινή πατρίδα τους. Γύρω – γύρω, κατεβατά, τα σκαλισμένα ελληνικά ονόματα γυρισμένα στα ιταλικά, από τους Γενοβέζους που έδωσαν, τότε, στους προγόνους τους, αυτό το άσυλο με το αζημίωτο. Ο Μυρμιγκάκης, έγινε Μιρμιγκάτσι, ο Πασπαράκης Πασπαράτσι …
Σαν από θαύμα, από τότε μέχρι σήμερα, μέσα σε τόσους αιώνες, δυσκολίες, αγώνες κι εχθρότητα, οι παραδόσεις κι η θρησκεία τους διατηρούνται ατόφιες, όπως τις παραλάβανε, από γενιά σε γενιά. Η μεγάλη, ορθόδοξη εκκλησιά, με τις εικόνες και τα κειμήλια πούφεραν μαζί οι πρόγονοί τους απ’ το μανιάτικο χωριό τους, έχει την πόρτα της φάτσα στη μικρότερη, την καθολική. Μια μαρμάρινη πλάκα, σφηνωμένη στον τοίχο δεξιά στην πόρτα, θυμίζει την πρόσφατη ανταπόδοση της επίσκεψης πούκαναν στο Βίτυλο, το μανιάτικο χωριό απ’όπου ξεκίνησαν οι προγόνοι τους. Τη μια Κυριακή, ο παπάς λειτουργεί στην καθολική στα λατινικά, την άλλη στην ορθόδοξη, στα ελληνικά. Η Μεγάλη Βδομάδα και το Πάσχα, πάντα στα ελληνικά, πάντα στην ορθόδοξη εκκλησιά, πάντα με τις παλιές τις μανιάτικες παραδόσεις. Τη Μεγάλη Πέμπτη, στα δώδεκα βαγγέλια, δεν μπορείς να περάσεις από την κοσμοσυρροή. Το ίδιο και τη Μεγάλη Παρασκευή, στον επιτάφιο, το ίδιο και στην Ανάσταση. Εκτός από τους χωριανούς, πλήθος ξενιτεμένων ρωμιών μαζεύονται και, μαζί μ’αυτούς, από μέρη κοντινά και μακρινά κι άλλοι, κάθε λογής και κάθε πίστης. Χορωδία από τις πιο παλιές γυναίκες του χωριού, τις μόνες που μιλούν ακόμη καλά τη γλώσσα μας, ψέλνει ελληνικά όλα τα τροπάρια της ακολουθίας. Η εκκλησία, πλούσια στολισμένη με τ’ανοιξιάτικα λουλούδια και τ’αρώματα της κατάφυτης γης του «νησιού της ομορφιάς» όπως τόχαν δει οι Αργοναύτες, τα παλιά μανιάτικα κειμήλια, η κατάνυξη της χορωδίας, ο πρώτος χλιαρός ανοιξιάτικος καιρός π’ανατριχιάζει το κορμί, είναι ότι χρειάζεσαι για να νοιώσεις την ψυχή σου ν’ αναζητά το Θεό σου …
Μοναδικό κι ανέλπιστο θέαμα για τον ξενιτεμένο, η περιφορά του επιτάφιου στους πεντακάθαρους δρόμους του χωριού, μέσ’ απ’τις δεκάδες τ’ άσπρα κεριά που τρεμοσβήνουν πάνω στο κάθε περβάζι, παίζοντας με τα λουλούδια που στολίζουν τ’ ανοιχτά παράθυρα και τον κόσμο που, στέκοντας πίσω τους, σταυροκοπιέται ορθόδοξα στο πέρασμά του. Το ίδιο κι η περιφορά της εικόνας της Παναγίας, κειμήλιο τεσσάρων αιώνων από τη Μάνη, τη Δευτέρα του Πάσχα. Το ντουφεκίδι πέφτει ασταμάτητα, από την έξοδο της εικόνας μέχρι το τέλος της λιτανείας, ενώ Γάλλοι αστυνόμοι με στολή καδράρουν την πομπή, αμίλητοι. Θαρρείς και βρίσκεσαι στην πατρίδα, σε μια πατρίδα που θάθελες να δεις, που θάθελες ν’ανήκεις, που δε βρίσκεις πια ..
Πήγαινα με τη Ντομινίκ κάθε χρόνο, τη Μεγάλη Βδομάδα, να ξαναζήσω λίγο το περιβάλλον και το κλίμα που τόσο μούλειπε κι έκανε, όπως και σήμερα, τόσο αβάσταχτες αυτές τις μέρες. Γνώρισα και το δάσκαλο, πούχαν ζητήσει αυτοί οι Μανιάτες από το ελληνικό δημόσιο για να μάθει, λεει, στα παιδιά τους τη γλώσσα και τις παραδόσεις των προγόνων τους.
ΠΑΤΗΣΤΕ ΤΑ ΝΟΥΜΕΡΑ ΓΙΑ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ