Όμηροι πολυανθεκτικών μικροβίων

0
17


Σκεφτείτε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες δεν θα μπορούν να γεννούν με καισαρική. Οπου απλές χειρουργικές επεμβάσεις όπως η αφαίρεση της…
σκωληκοειδούς απόφυσης θα είναι πολύ επικίνδυνες. Οπου οι μεταμοσχεύσεις δεν θα είναι εφικτές, όπως και οι θεραπείες σε καρκινοπαθείς (χημειοθεραπεία και ακτινοβολίες). Εναν κόσμο όπου συνηθισμένες λοιμώξεις όπως η ουρολοίμωξη ή η αμυγδαλίτιδα από στρεπτόκοκκο θα είναι δύσκολο έως αδύνατον να αντιμετωπιστούν και μια κοινή βακτηριακή λοίμωξη, όπως η πνευμονία, θα ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη.

Δεν πρόκειται για σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ετσι θα είναι ο κόσμος μας, αν δεν περιοριστεί δραστικά το φαινόμενο της μικροβιακής αντοχής. Αν δηλαδή τα αντιβιοτικά, μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του 20ού αιώνα, που οδήγησε στην αύξηση του προσδόκιμου –και της ποιότητας ζωής– εκατομμυρίων ανθρώπων, δεν κερδίσουν τον πόλεμο με τα πολυανθεκτικά μικρόβια. Μάχες έχουν χαθεί πολλές. Αλλά ο πόλεμος, ευτυχώς, δεν έχει κριθεί ακόμα. Για την έκβασή του, ευθύνη έχουμε όλοι. Μηδενός εξαιρουμένου.

Μικροβιακή αντοχή

«Πράγματι, το σκηνικό είναι ζοφερό», επιβεβαιώνει ο Αθανάσιος Τσακρής, καθηγητής Μικροβιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. «Υπάρχουν είδη μικροβίων –τα λεγόμενα superbugs, τα υπερμικρόβια– για τα οποία δεν διατίθεται σχεδόν κανένα δραστικό φάρμακο. Κάθε χρόνο προκαλούν περισσότερους από 700.000 θανάτους παγκοσμίως, εκ των οποίων περίπου 50.000 αφορούν τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Η μικροβιακή αντοχή συνιστά το σοβαρότερο πρόβλημα δημόσιας υγείας στις μέρες μας. Ενδέχεται να σημάνει το τέλος της σύγχρονης ιατρικής, όπως τη γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες, από την ανακάλυψη της πενικιλίνης και μετά. Αν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα, υπολογίζεται ότι μέχρι το 2050 δέκα εκατομμύρια άνθρωποι θα πεθαίνουν κάθε χρόνο σε όλο τον κόσμο από λοιμώξεις που οφείλονται σε πολυανθεκτικά μικρόβια – περισσότεροι από όσους θα χάνουν τη ζωή τους από καρκίνο. Και αυτές οι λοιμώξεις θα έχουν μέχρι τότε κοστίσει στη διεθνή οικονομία περισσότερο από 100 τρισ. δολάρια». Ας δούμε, όμως, τι σημαίνει μικροβιακή αντοχή. Το αντιβιοτικό που χορηγείται σε έναν ασθενή για τη θεραπεία κάποιας λοίμωξης έχει σκοπό να σκοτώσει τα μικρόβια που την προκαλούν. Δυστυχώς, δεν σκοτώνει μόνο αυτά, αλλά και όλα τα άλλα μικρόβια που είναι ευαίσθητα απέναντι στο συγκεκριμένο αντιβιοτικό, συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων «καλών μικροβίων» τα οποία χρειάζεται ο οργανισμός μας. Από την άλλη, δεν μπορεί να εξουδετερώσει τα μικρόβια που φέρουν τη γενετική πληροφορία η οποία τα καθιστά ανθεκτικά στη δράση του φαρμάκου: αυτή μεταδίδεται από τα μικρόβια που επιβιώνουν και σε άλλα και η ανθεκτικότητα εξαπλώνεται. Ετσι, κάθε φορά που παίρνουμε ένα αντιβιοτικό, συμβάλλουμε στη δημιουργία πιο ανθεκτικών μικροβίων.

Οταν το επίπεδο προστασίας που μας παρέχει ένα αντιβιοτικό πέσει σε πολύ χαμηλό επίπεδο, οι γιατροί σταματούν να το χρησιμοποιούν. «Αυτό έχει ήδη συμβεί με τις κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς, των οποίων η θεραπευτική αξία έχει σημαντικά περιοριστεί, αλλά και με τις καρβαπενέμες, που κι αυτές τείνουν να χάσουν την αποτελεσματικότητά τους – στη χώρα μας δε, λόγω της υπερκατανάλωσής τους, ακόμη περισσότερο», μας ενημερώνει ο κ. Τσακρής.

Ποιος ευθύνεται; Κυρίως η αλόγιστη χρήση των αντιβιοτικών. Οι Ελληνες καταναλώνουμε τα πιο πολλά από όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους: 36,1 DDD (Defined Daily Dose, δηλαδή Ημερήσια Καθορισμένη Δόση) ανά 1.000 κατοίκους και ανά ημέρα. Οι Ολλανδοί τα λιγότερα: 10,7 DDD.

«Από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις έχουν προκύψει ανησυχητικά στοιχεία: το 73% των Ελλήνων καταναλώνει ετησίως αντιβιοτικά, ενώ πριν από δύο χρόνια το ποσοστό ήταν 50%. Το 80% τα παίρνει για το συνάχι, το 65-70% για ιγμορίτιδα ή βήχα, το 50% ακόμα και για πονόδοντο. Και σε ποσοστό 35% έχουν αντιβιοτικά στο σπίτι “για ώρα ανάγκης”. Εχουμε δηλαδή βαφτίσει τα αντιβιοτικά παρακεταμόλη», λέει η Ελένη Γιαμαρέλλου, καθηγήτρια Παθολογίας του ΕΚΠΑ, λοιμωξιολόγος, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Χημειοθεραπείας. «Δεν πρέπει το θέμα να επαφίεται στον πατριωτισμό μας. Χρειάζονται μέτρα. Το να δίνονται τα αντιβιοτικά μόνο με συνταγή γιατρού είναι μια λύση, αλλά δεν αρκεί. Δεν φαντάζεστε τι πιέσεις δεχόμαστε από τους ασθενείς μας για να τους γράψουμε “το θαυματουργό αντιβιοτικό”. Και, δυστυχώς, κάποιοι συνάδελφοι υποκύπτουν».

Για την κ. Γιαμαρέλλου το Strep Test –δεν είναι εμπορική ονομασία– θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση της κατανάλωσης αντιβιοτικών. «Με αυτό, ο γιατρός της πρωτοβάθμιας περίθαλψης παίρνει επίχρισμα από τον λαιμό του ασθενούς και διαπιστώνει γρήγορα αν πρόκειται για λοίμωξη από στρεπτόκοκκο, άρα αν πρέπει να χορηγήσει αντιβιοτικό. Στην Αμερική δεν μπορείς να αγοράσεις αντιβιοτικό αν στη συνταγή δεν αναγράφεται το αποτέλεσμα του Strep Test».

Η εντατική κτηνοτροφία

Βέβαια, υπάρχει άλλος ένας ένοχος για τη μικροβιακή αντοχή: η εντατική κτηνοτροφία. Τεράστιες ποσότητες αντιβιοτικών χρησιμοποιούνται από τότε που οι εκτροφείς έμαθαν ότι βοηθούν τα ζώα να μεγαλώνουν γρηγορότερα – και φτάνουν στο πιάτο μας. Και μολονότι αυτή η χρήση τους έχει απαγορευθεί από την Ε. Ε., έχει βρεθεί «παραθυράκι»: τα χορηγούν για θεραπευτικούς, δήθεν, λόγους.

Εχουμε νέα αντιβιοτικά στη φαρέτρα μας; Οχι πολλά. Από τη δεκαετία του 1980, μόνο δύο νέες κατηγορίες έχουν παραχθεί – που κι αυτές έχουν δραστικότητα για τα gram-θετικά μικρόβια και όχι για τα gram-αρνητικά τα οποία αποτελούν το μεγάλο πρόβλημα στη χώρα μας. Και να σκεφτεί κανείς ότι μόνο τη δεκαετία του 1950 είχαν κυκλοφορήσει τέσσερις καινούργιες κατηγορίες. Πώς εξηγείται αυτό; Επειδή τα αντιβιοτικά είναι φτηνά και τα παίρνει κανείς μόνο για μία εβδομάδα –σε αντίθεση με ένα φάρμακο για την πίεση, που μπορεί να του χορηγείται για δεκαετίες–, δεν συμφέρει τις φαρμακοβιομηχανίες να επενδύσουν στην παραγωγή τους. «Ας διατηρήσουμε όμως την αισιοδοξία μας», τονίζει ο Αθανάσιος Τσακρής. «Θα υπάρξουν νέα αντιβιοτικά. Κάποια πολύ πρόσφατα έχουν πάρει έγκριση και θα βγουν στην αγορά και κάποια άλλα βρίσκονται στα τελευταία στάδια της παραγωγής τους. Φτάνει η χώρα μας να μη δώσει το αρνητικό παράδειγμα: να μην έχουμε και αυτή την πρωτιά, να είμαστε πάλι οι πρώτοι στην Ευρώπη που θα τα καταστήσουμε αναποτελεσματικά».

Οταν τα αντιβιοτικά δεν μπορούν να μας θεραπεύσουν

Ενα τραύμα στον μηρό άνοιξε για την εντεκάχρονη Αντι από την Αριζόνα των ΗΠΑ την πόρτα της… κόλασης. Η πληγή μολύνθηκε από σταφυλόκοκκο, το μικρόβιο πέρασε στο αίμα, προκάλεσε σηψαιμία και πνευμονία. Στη μονάδα εντατικής θεραπείας όπου νοσηλεύθηκε, η μικρή έπαθε λοιμώξεις και από άλλα πολυανθεκτικά μικρόβια, τα οποία ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστούν με τα συνήθη αντιβιοτικά. Οι γιατροί αναγκάστηκαν να της χορηγήσουν την αποτελεσματική αλλά τοξική κολιστίνη. Η λοίμωξη περιορίστηκε αλλά οι πνεύμονές της είχαν καταστραφεί. Η μεταμόσχευση ήταν μονόδρομος.

Ο Πάολο, καθηγητής πανεπιστημίου στη Ρώμη, εκδήλωσε σοβαρή ουρολοίμωξη ενώ βρισκόταν σε διακοπές. Χωρίς να κάνει εργαστηριακές εξετάσεις, ώστε να του χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία, πήρε μόνος του κάποιο αντιβιοτικό. Η λοίμωξη όχι μόνο δεν καταπολεμήθηκε αλλά επανεμφανίστηκε πιο σοβαρή. Χρειάστηκε να περάσουν πολλές εβδομάδες για να αναρρώσει ο 55χρονος Ιταλός.

Η Δάφνη, Ολλανδή συγγραφέας και παρουσιάστρια τηλεοπτικών εκπομπών, ταλαιπωρείτο για εβδομάδες από κυστίτιδα. Παρά τη θεραπεία που της χορήγησε ο γιατρός της, η λοίμωξη δεν υποχωρούσε. Ο οργανισμός της καταπονήθηκε και η γυναίκα κατέρρευσε. Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε έμαθε ότι είχε προσβληθεί από ένα σπάνιο στέλεχος του επικίνδυνου βακτηρίου E. Coli. Οκτώ αντιβιοτικά μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι γιατροί στην περίπτωσή της και το βακτήριο ήταν ανθεκτικό στα επτά. Εναν ολόκληρο χρόνο διήρκεσε η θεραπεία της.

Και οι τρεις ιστορίες δόθηκαν στη δημοσιότητα από το European Centre for Disease Prevention and Control, το «ευρωπαϊκό ΚΕΕΛΠΝΟ», με αφορμή την Ευρωπαϊκή Ημέρα Αντιβιοτικών – τη 18η Νοεμβρίου. Είναι διαφορετικές όσον αφορά τη σοβαρότητα των λοιμώξεων αλλά με κοινό παρονομαστή: τη λανθασμένη χρήση των αντιβιοτικών και, κυρίως, την διαρκώς μειούμενη αποτελεσματικότητά τους. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε την επαφή με τα μικρόβια, μια και βρίσκονται παντού γύρω μας. Μπορούμε όμως να ενημερωθούμε για το πού έχουν οδηγήσει η άσκοπη λήψη και η υπερκατανάλωση των αντιβιοτικών και να πράξουμε τα δέοντα.

«Μελέτες έχουν δείξει ότι αν πάψουμε να βομβαρδίζουμε τον κόσμο –στα νοσοκομεία και στην κοινότητα– με αντιβιοτικά, για τουλάχιστον τρεις μήνες, τα μικρόβια αρχίζουν να χάνουν τους μηχανισμούς αντοχής και ξαναγίνονται ευαίσθητα», εξηγεί η κ. Γιαμαρέλλου. «Αυτό δείχνει πόση ευθύνη έχουμε όλοι – γιατροί, φαρμακοποιοί, ασθενείς. Στο χέρι μας είναι η δυνατότητα να “ανακαλύψουμε” ξανά τα αντιβιοτικά…».

Μύθοι, λάθη και αλήθειες

1. Τα αντιβιοτικά συνταγογραφούνται μόνο από γιατρό που μας έχει εξετάσει. Δεν τα αγοράζουμε μόνοι μας, χωρίς συνταγή, δεν χρησιμοποιούμε αντιβιοτικά που έχουν περισσέψει από προηγούμενες θεραπείες ούτε τα δίνουμε σε άλλους.

2. Δεν είναι παυσίπονα ούτε μπορούν να θεραπεύσουν κάθε ασθένεια. Δεν ανακουφίζουν από πονοκεφάλους, πόνους ή πυρετό. Είναι αποτελεσματικά μόνο ενάντια στις βακτηριακές λοιμώξεις και δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να αναρρώσουμε από ιογενείς λοιμώξεις, δηλαδή όσες προκαλούνται από ιούς, όπως το κοινό κρυολόγημα, η γρίπη, η βρογχίτιδα και η πλειονότητα των ωτιτίδων.

3. Η λήψη τους για λάθος λόγους, όπως για το κρυολόγημα ή τη γρίπη, μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες, όπως διάρροια, ναυτία ή δερματικά εξανθήματα.

4. Οταν ο γιατρός μας δώσει κάποιο αντιβιοτικό, πρέπει να τηρούμε αυστηρά τις οδηγίες δοσολογίας και διάρκειας της λήψης τους. Να μην παραλείπουμε, δηλαδή, δόσεις και να μη σταματάμε τη φαρμακευτική αγωγή πριν από την ολοκλήρωσή της, μόνο και μόνο επειδή τα συμπτώματα έχουν αρχίσει να υποχωρούν και ίσως αισθανόμαστε κάπως καλύτερα.

5. Ας δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας να αναρρώσει. Οι περισσότερες χειμερινές ασθένειες χρειάζονται έως και δύο εβδομάδες για να υποχωρήσουν: τέσσερις ημέρες η ωτίτιδα, μία εβδομάδα ο πονόλαιμος, μιάμιση εβδομάδα το κοινό κρυολόγημα, δύο εβδομάδες η γρίπη. Τα παιδιά είναι πιθανό να νοσήσουν από κοινό κρυολόγημα ή γρίπη έως και εφτά φορές μέσα στο ίδιο έτος. Ο φαρμακοποιός μας μπορεί να μας υποδείξει άλλα φάρμακα που μπορούν να ανακουφίσουν τα συμπτώματά μας. Τα παυσίπονα, για παράδειγμα, ανακουφίζουν από τον πόνο και τον πυρετό. Τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα όπως τα σπρέι ή οι παστίλιες για τον λαιμό διευκολύνουν την κατάποση. Τα ρινικά εκνεφώματα και τα αποσυμφορητικά διευκολύνουν την αναπνοή. Σε κάθε περίπτωση, η ξεκούραση, η καλή διατροφή και τα πολλά υγρά μπορούν να ενισχύσουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα.

ECDC, ΚΕΕΛΠΝΟ
Πηγή



[ΠΗΓΗ]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ