Τα Ορφικά μυστήρια – Ο «μυητικός» κύκλος της ζωής

0
20


Η λέξη Μυστήριο στην αρχαία Ελλάδα σήμαινε το απόρρητο, το μυστικό, το άρρητο μέρος μιας τελετής ή λατρείας οι οποίες δεν γινόταν…
φανερές σε άτομα που δεν είχαν μυηθεί. Όπως φαίνεται και ετυμολογικά η λέξη παράγεται από το ρήμα Μυείν δηλαδή κλείνω και αναφέρεται κυρίως στα μάτια και στα χείλη.
Εκείνοι που μυούνται στα μυστήρια του υπερβατικού, απαγορεύεται να τα ανακοινώσουν σε άλλους μη μυημένους , πρέπει να κλείνουν το στόμα τους. Τα αρχαία Μυστήρια ήταν ίσως η ανώτερη πνευματική κληρονομιά στην αρχαία Ελλάδα.

Ήταν κυρίως κρυφές λατρείες, όπου έπρεπε πρώτα κανείς να μυηθεί, κοινώς να εισαχθεί. Ο οπαδός αυτής της λατρείας ονομαζόταν Μύστης και το πρόσωπο που τον εισήγαγε σ’ αυτή Μυσταγωγός. Κάθε μυστηριακή κοινότητα είχε τα κοινά γεύματα, τους κοινούς χορούς και τις ιεροτελεστίες, όπου άνθρωποι που έσμιξαν στο ίδιο χορό, που συμμετείχαν στα ίδια δρώμενα ένιωθαν για πάντα ενωμένοι.


Στην εσωτερική έννοιά τους παρουσίαζαν τις αιώνιες αλήθειες είτε ήταν φυσικές είτε ήταν πνευματικές που διατηρήθηκαν στο πέρασμα χιλιάδων ετών. Από τα λίγα που γνωρίζουμε για αυτά φαίνεται ότι παρουσίαζαν αλληγορικές αναπαραστάσεις που συμβολίζουν τα πεπρωμένα των ψυχών μετά θάνατον, το νόμο και την ενότητα που συνδέουν όλα τα όντα. Επίσης ήταν τελετουργίες για την ευκαρπία της γης, για την πολυπόθητη βροχή.


Και υπήρχαν πάντα τοπικά μυστήρια, αλλά και μυστήρια που απόκτησαν πανελλήνια εμβέλεια όπως τα Ελευσίνια, τα Ορφικά, τα Κρητικά και τα Καβείρια κ.α..

Όλα σχεδόν επηρεασμένα από αυτά της Αιγύπτου, αναδιοργανώθηκαν με την παρέμβαση μεγάλων μυστών και ιεροφαντών που θήτευσαν πριν στα Αιγυπτιακά ιερά όπως ο Κάδμος, ο Ορφέας, ο Φερεκύδης, ο Επιμενίδης, ο Πυθαγόρας.


Στα μυστήρια όλων των εποχών και όλων των θρησκειών οι άνθρωποι επιδιώκουν τη βοήθεια του θεού ή των θεών. Και την επιδιώκουν από την στιγμή που μπόρεσαν να συλλάβουν την ιδέα των πανίσχυρων θεών και του υπερβατικού τους κόσμου. Τα μυστήρια εμφανίζονται σε ένα αρκετά αναπτυγμένο πολιτιστικό στάδιο του ανθρώπου. Η σύλληψη της έννοιας των θεών, των πνευμάτων και ενός υπερβατικού κόσμου που υπάρχει πέρα από τις αισθητές δυνατότητες του ανθρώπου, αποτελούν την αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη των μυστηρίων.


Βασικό στοιχείο στην τέλεση των μυστηρίων ήταν ο κύκλος των μυημένων. Αλλά έως ένα βαθμό συμμετείχαν και μη μυημένοι διαφορετικά δεν θα υπήρχε συνέχεια στα μυστήρια αν δεν υπήρχαν μυημένοι.


Εκεί μπορούσαν να λάβουν μέρος μόνο όσοι πετύχαιναν μετά από προετοιμασίες δοκιμασιών και υποσχέσεων (π.χ. περί εχεμύθειας) και μόνο τότε γίνονταν δεκτοί στο χώρο των μυημένων. Στους χώρους εκείνους που υπήρχε εξωτερική και εσωτερική λειτουργία ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στην ψυχική ανύψωση του ανθρώπου προς την πνευματική του ολοκλήρωση και τελειοποίηση μέσω του καθαρμού και του εξαγνισμού, για να κατακτήσει ο μυημένος με την ψυχή του την αγάπη και την πνευματική ελευθερία. Το κυριότερο μέρος από την εξωτερική μύηση ήταν οι καθαρμοί και οι εξαγνισμοί, όπου το μέρος αυτό των Μυστηρίων ονομαζόταν καθάρσια ή και καθαρμοί.


Όλα τα μυστήρια του κόσμου έχουν για κέντρο τους τη Μητέρα-Γη που στους διάφορους λαούς παίρνει και ιδιαίτερα ονόματα. Στους Σουμέριους λέγεται Ιναννά, στους Βαβυλώνιους Ιστάρ, στη Συρία Αστάρτη, στη Φοινίκη Ανάθ, στην Αίγυπτο Ίσιδα, στη Μικρά Ασία λέγεται Μεγάλη Μητέρα, Κυβέλη, Δινδυμήνη, Μα, στους Έλληνες Δήμητρα ή Ρέα κ.λ.π. 


Στον χώρο του Αιγαίου υπάρχει το κοινό επίκεντρο της Μεγάλης Μητέρας Γης με τις αντίστοιχες της Δ. Μικράς Ασίας, όπου στην αρχή μάλλον δεν χρειαζόταν να αναφερθεί το όνομά της. Αργότερα πήρε το όνομα Ρέα (που σημαίνει Γη – Γαία) και επίσης Δήμητρα (Γη Μήτηρ).


Στα πρώτα μυστήρια στον κόσμο του Αιγαίου υπάρχει και αρσενικός θνήσκων θεός όπως σε όλα τα μυστήρια της Μέσης Ανατολής.Στις νεότερες ανακαινίσεις των μυστηρίων εκλείπει ο θνήσκων θεός και στη θέση μπαίνει η «Κόρη – Περσεφόνη».


Ο ουράνιος σύζυγος εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά με διάφορα ονόματα όπως: Δίας, Ποσειδώνας, Ίακχος ή και ακόμα είναι ανώνυμος θεός. Παρατηρούμε ότι στα Διονυσιακά-Ορφικά και στα Κρητικά εξακολουθεί να παίζει κύριο ρόλο ο θνήσκων θεός όπως ο Διόνυσος που ταυτίζεται με τον Όσιρη και ο Ορφέας.


Πάντως στον κόσμο του Αιγαίου και της Ελλάδας γενικότερα τα μυστήρια γίνονταν δύο φορές το χρόνο, το φθινόπωρο με τη σπορά και την άνοιξη όταν τα σπαρτά θέλουν βροχή, αλλά. σε κάθε περιοχή τα μυστήρια τελούνταν ανάλογα με το κλίμα.


Tα Ορφικά μυστήρια

Ο Ορφέας στάθηκε το έμψυχο πνεύμα της ιερής Ελλάδας, αυτός που αφύπνισε τη θεία ψυχή. Η επτάχορδη λύρα του αγκαλιάζει το σύμπαν. Κάθε χορδή της αντιστοιχεί σ’ ένα ρυθμό της ανθρώπινης ψυχής ,περιέχει το νόμο μιας επιστήμης και μιας τέχνης. Η θεουργική και διονυσιακή ώθηση, που κατόρθωσε να μεταδώσει στην Ελλάδα ο Ορφέας, μεταφέρθηκε μέσα απ’ αυτήν σε όλη την Ευρώπη.
Εμφανίστηκε στη Θράκη ήταν βασιλικής καταγωγής και με τη μελωδική φωνή του ασκούσε παράδοξη έλξη. Ξαφνικά ο νέος αυτός εξαφανίστηκε. Έλεγαν ότι πέθανε, ότι κατέβηκε στον Άδη. Είχε φύγει για την Αίγυπτο όπου μυήθηκε και ξαναγύρισε μετά από πολλά χρόνια με ένα όνομα μύησης που πήρε από τους δασκάλους του. Τώρα ονομαζόταν Ορφέας ή Άρφα που σημαίνει «Εκείνος που γιατρεύει με το φως». 


Οι ιερείς της Ροδόπης υποδέχτηκαν τον μύστη της Αιγύπτου σαν σωτήρα. Σε λίγο η επίδρασή του θα εισχωρήσει σε όλα τα ιερά της Ελλάδας. Αυτός καθιέρωσε τη βασιλεία του Δία στη Θράκη και του Απόλλωνα στους Δελφούς, που έβαλε τις βάσεις του Αμφικτιονικού Συνεδρίου, το οποίο υπήρξε η κοινοτική ενότητα της Ελλάδας. Τέλος με τη δημιουργία των Μυστηρίων διαμόρφωσε τη θρησκευτική ψυχή της πατρίδας του.


Στην κορυφή της της μύησης συγχώνευσε τη θρησκεία του Δία με τη θρησκεία του Διονύσου, σε μια παγκόσμια σκέψη. Οι μύστες ασπάζονταν από τα διδάγματά του το αγνό φως των υπέρτατων αληθειών. Κι αυτό το ίδιο φως έφθανε ως τον λαό κάπως μετριασμένο, όχι όμως και λιγότερο ευεργετικό, κάτω από το πέπλο της ποίησης και των μαγευτικών γιορτών. Κατ’ αυτό τον τρόπο έγινε ο αρχιερέας της Θράκης, μέγας ιερέας του Ολυμπίου Δία, και για τους μύστες αυτός που αποκάλυπτε τον Ουράνιο Διόνυσο. 


Ο μύθος της Ευριδίκης έχει μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά όχι σαν ιστορία αγάπης. Είναι ένα θεολογικό κομμάτι που οικειοποιήθηκε στην αρχή ο Διόνυσος. Η Σεμέλη, η πρασινισμένη γη, προβάλλει από κάτω, χρόνο με το χρόνο μαζί της έρχεται κι ο Διόνυσος, ενώ εξαιτίας κάποιου αισθήματος ιπποτισμού οι άντρες είπαν ότι πηγαίνει για τη φέρει.


Ο ρόλος του Διόνυσου περνά στον Ορφέα. Πάντως το πάντρεμα μεταξύ του Διονύσου Ζαγρέα και του Ορφισμού δεν ήταν καθόλου εύκολο. Ο Ορφέας ως ιερέας του Διονύσου σφετερίστηκε την ανάστασή και το θάνατό του απ’ όπου ξεπήδησε η όμορφη ιστορία αγάπης. Εύκολα προστέθηκε ένα στοιχείο-ταμπού, κοινό σε πολλές πρωτόγονες ιστορίες. Χθόνιες τελετές συχνά επικαλούνταν εμπεριέχοντας την ιδέα «να μην στραφεί κάποιος πίσω» (αμεταστραπί).

Στα Ορφικά Μυστήρια υπήρχαν διάφορες τελετουργίες εξαγνισμού, οι διάφορες αποχές όπως η απαγόρευση της κρεοφαγίας. Ο Ορφισμός επηρέασε και τον Πυθαγόρα που έγινε ζηλωτής του τρόπου έκφρασης του Ορφέα. Στα χρόνια δε του Πεισίστρατου ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουν τα γνήσια Ορφικά από τα Πυθαγόρεια. Όσοι μυούνταν στα Ορφικά Μυστήρια τηρούσαν με θρησκευτική ευλάβεια μυστικές διατάξεις, οι οποίες είχαν μεγάλης ομοιότητα με τις Πυθαγορικές αρχές.


Αποτελούνταν από 9 βαθμούς και διαιρούνταν σε 3 κατηγορίες. Σε αυτά που αφορούσαν τη διαμόρφωση του ανθρώπου κι έδειχναν την προέλευσή του, σε αυτά που δίδασκαν τις δυνάμεις της φύσης, τις ποικιλίες των οργάνων των διαφόρων μορφών και μεγάλα και ιερά στα οποία δεν έπρεπε να αναφέρουν ούτε λέξη για την ύπαρξή τους. 


Στην πρώτη ομάδα μυούνταν άντρες και γυναίκες και υποβάλλονταν σε πενταετή σιγή. Στη δεύτερη μυούνταν μόνο εξαγνισμένοι στο σώμα και στο νου και καθαροί από ανομήματα. Στην τρίτη μυούνταν μόνο φωτισμένοι και εμπνευσμένοι νέοι και αγνές κοπέλες με ψυχικό κάλλος.
Οι Ορφικοί Ύμνοι, μύθοι και εξορκισμοί αν και γραμμένοι σε διαφορετικές εποχές από διαφορετικούς συγγραφείς -μολονότι το όνομα του Ορφέα αρκετές φορές δεν αναφέρεται πουθενά- εκφράζουν θέματα που εντάσσονται στα πλαίσια του Ορφισμού, μιας ονομασίας που έφτασε να είναι θρησκευτική τάση αν και μερικοί μελετητές τον θεωρούν ως θρησκεία που είχε εισαχθεί από άλλες χώρες, ενώ άλλοι ως αίρεση και άλλοι ως ρεύμα ελληνικής προέλευσης με ξένες επιδράσεις, όπως η αντίληψη της Ορφικής Κοσμογονίας με το Κοσμικό Αυγό και η αθανασία της Ψυχής με την αντίληψη του Ορφικού Τροχού ή του Κύκλου του ακατάπαυστου εξαγνισμού. 


Ένας μεγάλος αριθμός ελληνικών θρησκευτικών ποιημάτων σε δακτυλικό εξάμετρο αποδόθηκαν στον Ορφέα, όπως και σε παρόμοιες εικόνες, όπως οι Μούσες, ο Αριστέας, ο Επιμενίδης και η Σίβυλα. Από αυτή την τεράστια λογοτεχνία μόνο δύο παραδείγματα επιζούν ολόκληρα: μία ομάδα ύμνων συντεθειμένων κάπου γύρω στον 2ο ή 3ο αιώνα π.κ.ε., και μια Ορφική Αργοναυτική συντεθειμένη κάπου ανάμεσα στον 4ο και τον 6ο αιώνα π.κ.ε. Πρωιμότερη ορφική λογοτεχνία, που μπορεί να χρονολογηθεί μέχρι τον 6ο αιώνα π.κ.ε., επιζεί μόνο σε σπαράγματα παπύρου ή σε παραπομπές από μεταγενέστερους συγγραφείς. 


Επιπρόσθετα με την λειτουργία της ως αποθήκη μυθολογικών δεδομένων μαζί με τους στίχους της Θεογονίας του Ησίοδου, η ορφική ποίηση απαγγελλόταν σε μυστηριακά τελετουργικά και εξαγνιστικές ιεροτελεστίες. Όσοι ήταν ιδιαίτερα αφοσιωμένοι σ’ αυτά τα τελετουργικά και ποιήματα συχνά ήταν χορτοφάγοι, απείχαν από το σεξ και απέφευγαν να τρώνε αυγά, πρακτική που έμεινε γνωστή ως ορφικός βίος.


Ο μυστικός λόγος των Ορφικών (το κλειδί των μυστηρίων)

Η αέναη κυκλική εναλλαγή ζωής και θανάτου των επανενσαρκώσεων της ψυχής είναι «ο μυστικός λόγος» των Ορφικών, τον οποίον υιοθέτησαν οι Πυθαγόρειοι και ανέλυσε διεξοδικά ο Πλάτωνας στους Διαλόγους του «Μένων», «Φαίδρος», «Φαίδων», «Πολιτεία» κ.ά. Από εδώ απορρέει η Θεωρία της Αναμνήσης, όπως καταγράφεται στις πινακίδες (έξι) που βρέθηκαν σε τάφους μυημένων, στην Πετηλία της Κάτω Ιταλίας, και μία στην Ελευθέρνα της Κρήτης. Το κείμενο της πινακίδας της Πετηλίας είναι το εξής:


«Θα βρείς μία κρήνη στα αριστερά του οίκου του Άδη δίπλα σ’ αυτήν λευκό βρίσκεται κυπαρίσσι. Σ’ αυτήν την κρήνη μην πλησίασης κοντά. Αλλά θα βρείς μιάν άλλη κοντά στης Μνημοσύνης την λίμνη, πού κρύο νερό αναβρύζει και φύλακες την φυλάνε. Πες: της γης παιδί είμαι και του έναστρου ουρανού αλλά το γένος μου είναι βεβαίως (μόνον) ουράνιο.Αυτό το γνωρίζετε και σεις οι ίδιοι. Φλέγομαι από την δίψα μου και χάνομαι δώστε μου γρήγορα κρύο νερό που αναβρύζει από της Μνημοσύνης την λίμνη. Και αυτοί θα σου δώσουν να πιής από την ιερή κρήνη Και τότε μαζί με τους άλλους ήρωες θα βασιλεύεις…». (ΟΡΦΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, Jane Helen Harrison,, aπόδ. Eλ. Παπαδοπούλου, σελ. 142).


Οι Ορφικοί τοποθετούσαν την πινακίδα στον λαιμό του αποθανόντως μύστη με χρυσή αλυσίδα, ως φυλακτό. Η πινακίδα ήταν φτιαγμένη από φύλλο χρυσού σε εξαγωνικό κύλινδρο. Το εξαγωνικό σχήμα του κυλίνδρου περιέγραφε την ουσία της ψυχής, διότι κατά τους Πυθαγορείους ο αριθμός έξι ήταν ο αριθμός, ο οποίος είχε φθάσει στην εμψύχωσιν των όντων. Ταυτόχρονα ο Νόμος της Συμπαντικής Εξελίξης εκφράζεται με τον αριθμό αυτό. Η συνύπαρξη του αριθμού της εμψυχώσης με τον Νόμο της Εξελίξης υποδηλώνει την αέναο εξέλιξη της Παγκόσμιας Ψυχής στους σχηματισμούς των μορφών. Πράγματι Αφροδίτη και Γάμο ονόμαζαν οι Πυθαγόρειοι το έξι (Orphicorum Fragmenta, 309). Θεά της μορφοποιήσης η Αφροδίτη και Γάμος απο όπου απορρέουν οι γεννήσεις, οι νέες έμψυχες μορφές, οι οποίες προερχόμενες από τα δύο φύλα της φύσης (θετικό/αρνητικό, άρρεν/θύλη, φώς/σκότος, θερμό/ψυχρό, – βλέπε κυρήκειο του Ερμή/ Γίν/Γιάνκ – ), έχουν την έδρα τους στην ουσία και ποιότητα του αριθμού έξι.


Η χρυσή αλυσίδα στις πινακίδες συμβόλιζε (οι κρίκοι) την αθανασία της ψυχής, και τις επανενσαρκώσεις. Η πινακίδα συμπεριλάμβανε τις οδηγίες, που ώφειλε να ακολουθήσει η ψυχή του μυημένου στην νέα της ενσάρκωση. Τότε μαζί με τις άλλες υπό επανεσάρκωση ψυχές, η ψυχή του μυημένου έφθανε στο τόπο, όπου υπήρχε στην αριστερά πλευρά μία κρήνη (βρύση), και δίπλα της ένα λευκό κυπαρίσσι. Αύτη ήταν η κρήνη της Λήθης, η οποία δεν ονομαζόταν και δεν φυλασσόταν. Ότι δεν ονομάζεται, δεν έχει νοητή υπόσταση, εφ’ όσον είναι αδύνατον να καταγραφούν από τον Νου οι ιδιότητες του και να αποτυπωθούν στην μνήμην με σημείο αναφορά το συγκεκριμένο όνομα (για αυτό τον λόγο και στις μαγικές επικλήσεις είναι αναγκαίο να αναφέρεται ένα όνομα. Δεν είναι επίσης τυχαίο πως αντίστοιχα, όταν ο Μωυσής ρώτησε τον Θεό στην παλαιά διαθήκη το όνομα του έγινε ο εξής διάλογος : “Καλά, εγώ θα πάω στους Ισραηλίτες και θα τους πω, “ο Θεός των προγόνων σας με έστειλε σ’ εσάς”. Αυτοί όμως θα με ρωτήσουν “ποιο είναι το όνομά του;” Τι θα τους πω;” Τότε ο Θεός απάντησε στο Μωυσή: “ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ. Έτσι”, του λέει, “θα μιλήσεις στους Ισραηλίτες: “ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ μ’ έστειλε σ’ εσάς» ). Στην δεξιά πλευρά υπήρχε η λίμνη της Μνημοσύνης, η οποία κατωνομαζόταν και εφρουρείτο.

Το νερό της βρύσης και της λίμνης είναι το κατ’ εξοχήν σύμβολο της μνήμης ή της απουσίας της, αναλόγως της προελεύσεως και της σχέσης του με τον περιβάλλοντα χώρο. Η διαφορά έγκειται πρώτον στην φύση του ύδατος (καθαρόν/ακάθαρτον) δεύτερον στην θέση (δεξιά/αριστερά), από την οποία αυτό αναβλύζει και τρίτον από την πρώτη αρχή της γέννησης του, της φύσεως της πηγής του. Από την αριστερή κρήνη πίνουν από το νερό της λήθης οι περισσότερες προς ενσάρκωση ψυχές. Προφανώς δεν γνωρίζουν ότι πρόκειται να απωλέσουν την μνήμη τους, επειδή η κρήνη δεν κατονομάζεται. Άλλωστε οι ψυχές «των πολλών» είναι πολύ διψασμένες, διότι επείγονται να ενσαρκωθούν, επομένως δεν καθυστερούν στην δεξιά λίμνη, η οποία φρουρείται. 


Το λευκό κυπαρίσσι δίπλα στην αριστερή κρήνη, σημειοδοτεί με την απουσία χρώματος, την απουσία της μνήμης. Στόχος της αριστερής κρήνης, πού δεν κατονομάζεται δι’ ευνοήτους λόγους, είναι να σβήσει από την ψυχή «των πολλών» τις προγενέστερες μνήμες και τις εμπειρίες της. Στην δεξιά πλευρά υπάρχει κρήνη, η οποία προέρχεται από την φυλασσομένη λίμνη της Μνημοσύνης, το νερό της οποίας είναι άφθονο. Ο μυημένος ο οποίος είναι ικανός να πιεί από την λίμνη της Μνημοσύνης, δεν θα στερηθεί τις μνήμες του. Διότι μυημένος είναι ο έχων κατακτήσει την γνώση της αιτίας των πραγμάτων και δεν αρκείται στα φαινομενικά αποτελέσματα, τα παρουσιαζόμενα στον κόσμον των αισθήσεων. 


Η λίμνη φρουρείται από ισχυρούς, αγρύπνους φύλακες. Από την δεξιά κρήνη απαγορεύεται να πιούν οι ψυχές πλην των μυημένων, οι οποίοι δηλώνουν στους φύλακες την ουρανία καταγωγή τους λέγοντας: «Γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον. τόδε δ’ ίστε και αυτοί. Διψίη δ’ ειμί αύη και απόλλυμαι. Αλλά δότ’ αίψα ψυχρόν ύδωρ προρρέον της Μνημοσύνης από λίμνης». (Της Γης παιδί είμαι και του έναστρου Ουρανού• το γένος μου είναι βεβαίως ουράνιο. Αυτό το γνωρίζετε και οι ίδιοι. Φλέγομαι από την δίψα μου και χάνομαι• δώστε μου γρήγορα κρύο νερό που αναβρύζει από της Μνημοσύνης την λίμνη).

Η ψυχή του μυημένου κατονομάζει Μνημοσύνην την λίμνη. Γνωρίζει δηλαδή ότι, εφ’ όσον πίεί από αυτή, δεν θα απολέσει την Μνήμη του. Τονερό το οποίον στην περίπτωση της λήθης είναι η αίτια αφαιρέσεως της μνήμης, στην κρήνη της Μνημοσύνης είναι αιτία αναδύσεως των αναμνήσεων των προγενέστερω βίων της από το βάθος της λίμνης. Η μυημένη ψυχή αρνείται να παρασυρθεί από το αίσθημα της δίψας της επίγεας ζωής, η οποία βρίθει λαθών και φαντασιώσεων, ακριβώς διότι δεν επιθυμεί να λησμονήσει τόσο την καταγωγή, όσον και τα βιώματα των παλαιοτέρων ενσαρκώσεων της. Διαισθάνεται ότι αυτά υπάρχουν ακόμη «δυνάμει» στο βάθος της λίμνης — του υποσυνειδήτου της θα λέγαμε σήμερα. Δικαίωμα να πίουν από την κρήνην της Μνημοσύνης έχουν μόνον οι ψυχές, πού γνωρίζουν την προέλευση της ουρανίας καταγωγής τους. Η Ορφική Θεωρία της αναμνήσης αναπτύσεται πλήρως στους διαλόγους του Πλάτωνος (Π«Πολιτεία» 498C, θεωρία των μετενσαρκώσεων).


Το μυστικό κλειδί το οποίο των Ορφικών Πινακίδων, είναι η επίγνωσις του γένους της διπλής καταγωγής του ανθρώπου: από την Γη το σώμα και από τις Ουράνιες σφαίρες η αθάνατη ψυχήτου. «Η μεν ψυχή τω θείω, το δε σώμα τω θνητώ». (Πλάτωνος «Φαίδων» 80 Α) Γης παις ειμί: Γη, η μητέρα του, η Γη Μήτρα, η Δήμητρα των Ελευσινίων Μυστηρίων, την οποία τιμά, από την οποία γεννήθηκε και στην οποία θα επιστρέψει το φθαρτό μέρος της υπόστασης του, το σώμα του. Και Ουρανού αστερόεντος: Ουρανός, ο έναστρος νους της αθανάτης φύσης του πατρός του, του επιτρέπει να αναγνωρίζει την ουρανία του καταγωγή, η οποία οδηγεί στην αθανασία καθ’ ομοίωσιν του πατρός του. 


Και στίς δύο περιπτώσεις, της Λήθης και της Μνημοσύνης, σύνδεσμος και κοινός συμβολικός όρος είναι το νερό. Διότι κατά τον Όμηρο δια του ύδατος έρχεται στην ζωή η ψυχή με τον ένσαρκον φορέα της στο Ζώδιο του Καρκίνου προς την Βόρεια Θύρα του Άντρου των Νυμφών. Κατά τον Ηράκλειτο προσδιοριστικό στοιχείο των μετενσαρκώσεων είναι το υγρό στοιχείο (απ. 12, 36, 76, 117). Επίσης ο Πλάτωνας στην Πολιτεία (621 Β), στον μύθο του Ηρός, αναφέρει ότι «όποιος έπινε περισσότερο νερό από τον Αμέλητα ποταμό, λησμονούσε τα πάντα». Επιπροσθέτως το ύδωρ είναι το στοιχείο της συναισθηματικής έδρας της ψυχής.


Ο Ποσειδώνας, ο άναξ των συναισθηματικών υδάτων, σείει με την τρίαινα του το τρις-υπόστατο είναι του όντος. Κανείς φορέας (επιθυμητικός/σωματικός, θυμικός/ψυχικός, λογιστικός/νοητικός, «Φαίδρος» ο μύθος του Ηνιόχου 246), εξαιρείται της κυριαρχίας του αδελφού του Διός, του Ποσειδώνος. Διότι αυτός είναιο «ο δεύτερος, που του έλαχε ο κλήρος να βασιλεύει στα πάντα μετά τον Δία), σύμφωνα με Ορφικό Ύμνο. Ως δεύτερος ο Ποσειδών είναι ο άρχων του μέσου χώρου των ενσαρκοθέντων όντων. Ζευς, ο πρώτος άναξ του Ολύμπου, είναι ο άναξ της Νοήσεως και των Συλλογισμών.

Ο ένσαρκος φορεύας – το σώμα-, μετά τον θάνατο επιστρέφει στο στοιχείο εξ όσων συνετέθει, αυτό της Γης. Εκεί θα φιλοξενηθεί το φθαρτό σώμα από την Μεγάλην Μητέρα Δή- μητρα. Η ψυχή μεταξύ δύο ενσαρκώσεων «μεταβάλλον αναπαύεται» είπε ο Ηράκλειτος (Απ. 84α), επεξεργαζομένη τις εμπειρίες των ενσαρκώσεων της, προετοιμαζόμενη για την μελλοντική της νέα ενσάρκωση.



[ΠΗΓΗ]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ