Ιβουπροφαίνη: Κίνδυνος υπογονιμότητας στους άνδρες από τη συχνή χρήση

0
11


Τα τελευταία χρόνια έχουν εγερθεί ανησυχίες σχετικά με τις αναπαραγωγικές διαταραχές των ανδρών στον δυτικό κόσμο ενώ έχει…
παρατηρηθεί ότι τα συνήθη αναλγητικά φάρμακα μπορεί να συμβάλλουν στην υπογονιμότητά τους.

Τώρα, μια σημαντική μελέτη βρήκε ότι προβλήματα γονιμότητας μπορεί να έχουν οι άνδρες που κάνουν συχνή χρήση ιβουπροφαίνης (ibuprofen), ενός ευρέως συνταγογραφούμενου μη στεροειδούς φαρμάκου με αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση.

Τα φάρμακα που περιέχουν ιβουπροφαίνη μπορεί κανείς να τα αγοράζει και χωρίς συνταγή γιατρού.
Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό PNAS (Proceedings of the National Academy of Sciences), οι μεγάλες δόσεις και η λήψη του φαρμάκου για πάνω από δύο εβδομάδες, αυξάνουν τον κίνδυνο ανδρικής υπογονιμότητας προκαλώντας μείωση της τεστοστερόνης και μικρότερη παραγωγή σπερματοζωαρίων.

Ερευνητές, με επικεφαλής τον David Møbjerg Kristensen του τμήματος νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, μελέτησαν μια ομάδα 31 υγιών ανδρών, ηλικίας 18-35 ετών, οι οποίοι λάμβαναν ιβουπροφαίνη καθημερινά έως και για έξι συνεχόμενες εβδομάδες.

Όσοι έπαιρναν δύο φορές κάθε μέρα 600 mg ιβουπροφαίνης επί δύο εβδομάδες (συνολικά 1.200 mg), εμφάνισαν διαταραχές των ανδρικών ορμονών (υπογοναδισμό), ανάλογες με αυτές που εμφανίζονται σε ηλικιωμένους και σε καπνιστές. Ο υπογοναδισμός οφειλόταν στη μείωση της τεστοστερόνης (18% μέσα σε δύο εβδομάδες λήψης του φαρμάκου).

Εντός 14 ημερών, η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH: Luteinizing Hormone) που εκκρίνεται από την υπόφυση και διεγείρει την παραγωγή της τεστοστερόνης αυξήθηκε ανάλογα με τα επίπεδα της ιβουπροφαίνης που κυκλοφορούσαν στο αίμα. Ταυτόχρονα, ο λόγος της τεστοστερόνης προς την ωχρινοτρόπο ορμόνη μειώθηκε, ένα σημάδι δυσλειτουργίας.

Η ωχρινοτρόπος ορμόνη είναι σημαντική για την παραγωγή σπερματοζωαρίων και τεστοστερόνης στους άνδρες και για την ωορρηξία στις γυναίκες. Εάν τα επίπεδα της ορμόνης είναι χαμηλά, ένας άνδρας μπορεί να γίνει υπογόνιμος διότι δεν παράγει αρκετά σπερματοζωάρια. Από την άλλη πλευρά, αν υπάρχουν υψηλές τιμές ωχρινοτρόπου ορμόνης -όπως συνέβη σ’ αυτή τη μελέτη – μπορεί αυτό να αποτελεί ένδειξη υπογονιμότητας. Η μείωση της τεστοστερόνης προκαλεί άνοδο της ορμόνης προκειμένου να ισορροπήσει το αποτέλεσμα, για παράδειγμα, στους ηλικιωμένους άνδρες παρατηρείται αύξηση της  ωχρινοτρόπου ορμόνης.

Να σημειωθεί ότι τα 1.200 mg την ημέρα ιβουπροφαίνης είναι η ανώτατη δοσολογία σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης του φαρμάκου.

Αν και η διαταραχή δεν ήταν σοβαρή ούτε μόνιμη, οι ερευνητές εξέφρασαν φόβους ότι μπορεί να γίνει μονιμότερη και σοβαρότερη, αν η λήψη του φαρμάκου διαρκέσει περισσότερο.

«Η ανησυχία μας αφορά τη γονιμότητα των ανδρών που χρησιμοποιούν αυτά τα φάρμακα για πολύ χρόνο. Οι ουσίες αυτές είναι καλά αναλγητικά, αλλά ορισμένοι άνθρωποι τις χρησιμοποιούν χωρίς να σκέφτονται ότι αποτελούν φάρμακα» δήλωσε ο Kristensen.

Μια κατηγορία κινδύνου είναι οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, και οι ελίτ αθλητές οι οποίοι μερικές φορές λαμβάνουν ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο πριν από ένα αθλητικό γεγονός για την πρόληψη του πόνου.

Να σημειωθεί ότι προηγούμενες μελέτες έχουν συσχετίσει τη συχνή χρήση ιβουπροφαίνης με αυξημένο κίνδυνο για εμφράγματα, καθώς και προβλήματα υγείας στις εγκύους και στα μωρά τους (μεταξύ άλλων, υπερδιπλασιάζεται ο κίνδυνος αποβολής). Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2017 βρήκε ότι η δικλοφαινάκη και η ιβουπροφαίνη αυξάνουν τον κίνδυνο για καρδιακή ανακοπή.

H Erma Drobnis, καθηγήτρια αναπαραγωγικής ιατρικής και γονιμότητας στο Πανεπιστήμιο του Μισσούρι της Κολομβίας, σημείωσε ότι τα περισσότερα φάρμακα δεν αξιολογούνται για τις επιδράσεις τους στην ανδρική γονιμότητα πριν από την κυκλοφορία τους. Η Drobnis, που δεν συμμετείχε στη νέα μελέτη, έχει κάνει εκτενή έρευνα για τη βιολογία και τη γονιμότητα των σπερματοζωαρίων.

«Προσωπικά, με βάση τα νέα ευρήματα, θα ήμουν πολύ διστακτικός να πάρω ιβουπροφαίνη για περισσότερες από τις 10 μέρες που φυσιολογικά αναγράφεται στη συσκευασία», δήλωσε ο καθηγητής αναπαραγωγικής φυσιολογίας William Colledge του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ.
Πηγή



[ΠΗΓΗ]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ