Η οικογενειακή βεντέτα που έφερε την πρωτοπορία στο αθλητικό παπούτσι

0
105


Οι καταστάσεις που αφορούν τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου επαναλαμβάνονται κατά διαστήματα στην ιστορία, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές…
Οι Αρχαίοι Έλληνες με τον αθλητισμό κατάφεραν την ανταγωνιστικότητα και τη διάθεση για επικράτηση του ισχυρότερου μεταξύ των ανθρώπων να τη μετατρέψουν από ματωμένο παιχνίδι σε αναίμακτο θέαμα με κανόνες και δάφνες για το νικητή. Όχι όμως για όλους…

Ο βαθύς και ανελέητος ανταγωνισμός μεταξύ αδελφών έφτιαξε ιστορίες όπως του Κάιν και Άβελ, του Ρωμύλου και Ρέμου, αλλά και των Adidas και Puma. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε δύο από τις δυο πιο επιτυχημένες εταιρείες αθλητικών ειδών στον κόσμο έχει ρίζες πολύ πιο βαθιές από αυτές που πιθανά θα φανταστεί κάποιος όταν φέρει στο νου του δυο αντίπαλες εταιρείες αθλητικών ειδών.

Μια οικογενειακή βεντέτα που όχι μόνο έστρεψε έναν αδερφό εναντίον του άλλου, αλλά διαίρεσε και τους κατοίκους μιας ολόκληρης πόλης, θέτοντας ενδυματολογικούς, και όχι μόνο, φραγμούς, που διήρκεσαν για πάρα πολλά χρόνια.

Το κοινό όνειρο

Το 1920 ο Άντι Ντάσλερ σε ηλικία μόλις 20 ετών κατασκεύασε στο πλυσταριό της μητέρας του το πρώτο παπούτσι για προπόνηση στο στίβο. Τέσσερα χρόνια αργότερα, μαζί με τον αδερφό του, Ρούντολφ, ίδρυσε την Gebruder Dassler OHG, η οποία απασχολούσε 12 υπαλλήλους, κυρίως μέλη της οικογένειας, και έφτιαχνε παπούτσια για ποδόσφαιρο, τένις και τρέξιμο.

Από την αρχή ο Ντάσλερ έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην απόδοση και στην ασφάλεια του παπουτσιού, συλλέγοντας πληροφορίες από γιατρούς, προπονητές και αθλητές, προκειμένου να τον βοηθήσουν να σχεδιάσει το κατάλληλο παπούτσι. Το πάθος του, ως μανιώδης λάτρης του στίβου, ήταν η κατασκευή του τέλειου αθλητικού παπουτσιού, που θα προστάτευε τους αθλητές από τραυματισμούς και θα βελτίωνε τις επιδόσεις τους.

Στόχος του ήταν πάντα να κατασκευάζει και να σχεδιάζει παπούτσια για συγκεκριμένες ανάγκες, γι” αυτόν το λόγο δοκίμαζε διάφορα υλικά για να βελτιώσει την απόδοση των παπουτσιών του. Έφθασε μάλιστα σε σημείο να πειραματιστεί με δέρμα καρχαρία για τις σόλες και δέρμα καγκουρό για τα πλαϊνά του παπουτσιού.

Ο Άντι ήταν άλλωστε εκείνος που σχεδίαζε και κατασκεύαζε τα παπούτσια, ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός του, Ρούντολφ, είχε αναλάβει την προώθησή τους. Τα δύο αδέρφια κατάλαβαν από νωρίς την αξία της συμμετοχής μεγάλων αθλητών που θα φορούσαν τα παπούτσια τους στις μεγάλες αθλητικές οργανώσεις, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες και τα παγκόσμια Κύπελλα Ποδοσφαίρου. Έκαναν την αρχή στους Ολυμπιακούς του Άμστερνταμ το 1928, όπου σχεδόν οι μισοί αθλητές φορούσαν τα παπούτσια των Ντάσλερ.

Ακόμα και την περίοδο που τα αδέρφια εντάχθηκαν στο ναζιστικό κόμμα, το 1933, δεν δίστασαν να προωθήσουν τα σχέδιά τους στον αφροαμερικανό αστέρα Τζέσε Όουενς. Έτσι, όταν το 1936, εν όψει Ολυμπιακών Αγώνων, ο Άντι βρέθηκε με μια βαλίτσα παπούτσια στο Βερολίνο, για να λανσάρει το νέο του προϊόν, ένα αθλητικό παπούτσι με καρφιά, κατάλληλο για δρομείς, έπεισε τον Τζέσε Όουενς να τρέξει φορώντας το. Τα 4 χρυσά μετάλλια που κέρδισε σε εκείνους τους Ολυμπιακούς ο Όουενς προσέφεραν διεθνή αναγνώριση στα σχέδια της εταιρείας και εκτίναξαν τις πωλήσεις της, ενισχύοντας την καλή φήμη που ήδη είχαν τα παπούτσια των Ντάσλερ. Αμέτρητα γράμματα από προπονητές εθνικών ομάδων από όλο τον κόσμο κατέφθαναν στα γραφεία της εταιρείας, ζητώντας να τους στείλουν τα παπούτσια που κατασκεύαζαν και η εταιρεία έφθασε να πουλάει 200.000 ζευγάρια το χρόνο μέχρι την έναρξη του Β” Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ρήξη

Ο πόλεμος όμως, μαζί με την επιτυχία της εταιρείας τους αποτέλεσαν ισχυρό πλήγμα όχι μόνο στις πωλήσεις αθλητικών παπουτσιών, αλλά και στις σχέσεις των δύο αδερφών και των συζύγων τους. Αρκετά περιστατικά καταγράφονται πως προηγήθηκαν της οριστικής ρήξης των μεταξύ τους σχέσεων.

Ωστόσο, η επικρατέστερη εκδοχή για την αφορμή του τέλους ήταν ένα περιστατικό που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Β” Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι σύμμαχοι βομβάρδιζαν την πόλη Χερτζοχενάουραχ. Σύμφωνα με αυτό, την ώρα που ο Άντι έμπαινε σε ένα καταφύγιο στο οποίο βρισκόταν ήδη ο Ρούντι με την οικογένειά του, είπε: «Ήρθαν πάλι οι βρωμομπάσταρδοι», εννοώντας τα συμμαχικά αεροπλάνα, ο Ρούντολφ όμως θεώρησε πως το είπε για εκείνον.

Το γυαλί στις σχέσεις των δύο συνιδρυτών είχε ραγίσει οριστικά. Άλλωστε, ο Ρούντι όταν επιστρατεύτηκε θεώρησε πως ήταν ο Άντι που είχε μεσολαβήσει, με απώτερο σκοπό να τον αποκόψει από την εταιρεία.

Η διαμάχη μιας ολόκληρης πόλης

Έτσι, το 1948 οι δύο πρωτοπόροι του αθλητικού παπουτσιού χωρίζουν και επισήμως τους δρόμους τους, μοιράζοντας στα δύο μέχρι και τους υπαλλήλους που εργάζονταν στην επιχείρηση. Ο Άντι ονόμασε την εταιρεία του Adidas από τα αρχικά του ονόματός του, ενώ ο Ρούντι ιδρύει αρχικά την Ruda, για τη μετονομάσει μετά από λίγο σε Puma.

Οι εταιρείες χτίστηκαν στις απέναντι όχθες του ποταμού που διέσχιζε την πόλη και σύντομα έγιναν η βασική πηγή εσόδων ολόκληρου του Χερτζοχενάουραχ, αφού σχεδόν όλοι οι κάτοικοι εργάζονταν σε αυτές. Τα δύο αδέρφια, ανταγωνιστές πια, διεκδικώντας την πρωτιά στην αγορά των αθλητικών ειδών και του ρουχισμού, χώρισαν ουσιαστικά την πόλη σε δύο στρατόπεδα: κάτοικοι, καταστηματάρχες και οι δύο τοπικές ποδοσφαιρικές ομάδες έπρεπε να διαλέξουν τίνος το μέρος θα έπαιρναν.

Η ατέρμονη διαμάχη επεκτάθηκε σε ολόκληρη την πόλη, αφού υπήρχαν μαγαζιά τα οποία εξυπηρετούσαν μόνο τους υπαλλήλους της Adidas και άλλα μόνο εκείνους της Puma. Ακόμα και οι γάμοι ή τα ραντεβού ανάμεσα σε υπαλλήλους των αντίπαλων εταιρειών απαγορεύονταν, με αποτέλεσμα η πόλη να γίνει γνωστή ως «η διχοτομημένη πόλη». Άλλωστε, οι κάτοικοι πριν αποφασίσουν να μιλήσουν σε κάποιον, έπρεπε να γνωρίζουν το στρατόπεδο στο οποίο άνηκε.

Η φήμη της Adidas εκτοξεύτηκε λίγα χρόνια αργότερα, στον τελικό του Μουντιάλ του 1954, όταν η νικήτρια ομάδα της Δυτικής Γερμανίας που επικράτησε στη λασπομαχία του Σταδίου της Βέρνης φορούσε παπούτσια με βιδωτές τάπες που είχε σχεδιάσει ο Άντι Ντάσλερ. Η επιτυχία αυτή έμεινε στην ιστορία ως «Θαύμα της Βιέννης» και συνέβαλε στην ανύψωση του εθνικού φρονήματος των Γερμανών, αλλά και στην αύξηση του τζίρου της Adidas.

Από την άλλη πλευρά, η Puma παρέμενε τα πρώτα χρόνια μία επιχείρηση στα όρια της Γερμανίας. Πάντως, και η ίδια διεκδίκησε την πατρότητα των παπουτσιών με βιδωτές τάπες, καθώς, όπως ισχυρίστηκε, τα είχαν λανσάρει οι παίχτες της Καϊζερσλάουτερν, όταν κατέκτησαν το πρωτάθλημα το 1953.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972, ο Άντι Ντάσλερ προσπάθησε και πάλι να κατατροπώσει τον μισητό πλέον αντίπαλό του, την Puma, πληρώνοντας τον μεγάλο Αμερικανό κολυμβητή Μαρκ Σπιτς, για να κρατήσει στη στιγμή της απονομής τα παπούτσια στα χέρια του. Ο Σπιτς βέβαια το παράκανε, αφού δεν κράτησε απλά τα παπούτσια, αλλά χαιρέτησε και το κοινό με αυτά, προκαλώντας την έντονη δυσφορία της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, που τον κάλεσε σε απολογία.

Ο Ρούντολφ Ντάσλερ πέθανε το 1974, ενώ σε τέσσερα χρόνια ο Άντι, ένας εκ των πρωτεργατών της εμπορευματοποίησης των μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων, πέθανε το 1978, έχοντας κατοχυρώσει τουλάχιστον 700 πατέντες, με πιο γνωστές την κατασκευή καρφιών για το στίβο και τις σόλες από νάιλον.

Όσον αφορά τα προσωπικά της οικογένειας Ντάσλερ, οι διαφορές στους κόλπους της άρχισαν να γεφυρώνονται μετά το θάνατο των δύο αδελφών Άντι και Ρούντολφ. Την αρχή έκανε ο εγγονός του Ρούντολφ, Φρανκ Ντάσλερ, ο οποίος δούλεψε και στις δύο επιχειρήσεις, ενώ ίδρυσε ένα κοινό οικογενειακό μουσείο στο Χερτζοχενάουραχ.



[ΠΗΓΗ]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ